Ο ιδανικός ρυθμός για να δεις ουσιαστική αλλαγή — τόσο στη δύναμη όσο και στη στάση σου — είναι δύο φορές την εβδομάδα. Είναι η συχνότητα που επιτρέπει στο σώμα να αφομοιώνει την κάθε προπόνηση, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί μια επαναληψιμότητα που χρειάζεται το νευρομυϊκό σύστημα για να εξελιχθεί.

Το σώμα μαθαίνει μέσα από την επανάληψη. Κάθε φορά που ενεργοποιείς σωστά έναν μυ, ο εγκέφαλος καταγράφει το «μοτίβο» αυτής της ενεργοποίησης. Όσο πιο συχνά του δίνεις το σωστό ερέθισμα, τόσο πιο εύκολα θα το επαναλάβει — και τόσο πιο γρήγορα θα στείλει το μήνυμα να χτιστεί περισσότερη δύναμη, σταθερότητα και έλεγχο. Με άλλα λόγια, το σώμα αλλάζει επειδή του το ζητάς ξανά και ξανά.

Αν μπορείς να έρχεσαι τρεις φορές την εβδομάδα, ακόμα καλύτερα. Είναι ιδανικό για όσους θέλουν μια πιο έντονη ρουτίνα, να χτίσουν φυσική κατάσταση ή να δουλέψουν σε συγκεκριμένους στόχους πιο γρήγορα. Και φυσικά, είναι εξαιρετικό για να ενισχυθεί η συνολική λειτουργικότητα του σώματος — από τον κορμό μέχρι την αναπνοή.

Αν από την άλλη, ξεκινάς διστακτικά ή έχεις περιορισμένο χρόνο, μία φορά την εβδομάδα είναι σίγουρα καλύτερο από το τίποτα. Δεν θα φέρει γρήγορα αποτελέσματα, αλλά θα σε βοηθήσει να διατηρήσεις μια αίσθηση κινητικότητας, να συνδεθείς καλύτερα με το σώμα σου και να μειώσεις το αίσθημα ακαμψίας ή δυσφορίας. Για κάποιους, μία φορά την εβδομάδα (εάν υπάρχει συνέπεια) είναι ένα σταθερό, πολύτιμο ραντεβού με το σώμα τους.